navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρεμβόλιση

παρεμβόλιση

η, παρεμβόλισμα, το, ουσ.

τύλιγμα λεπτού σχοινιού γύρω από κάποιο άλλο για να το εξομαλύνει χρησιμοποιώντας παρέμβολο [δες λ.], συνών. πατερνάρισμα.

Ετυμολογία

< παρεμβολίζω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρεμβόλιση», σ. 639. https://navalhistory.gr/lexiko/παρεμβολιση/