παρέκκλιση
η, ουσ.
- απομάκρυνση από την αρχική κατεύθυνση, εκτροπή, λοξοδρόμηση
- (μτφ.) απομάκρυνση από τον δρόμο της ηθικής, λοξοδρόμημα
- (νεοελλ.) η γωνία και η απόσταση κατά την οποία παρεκκλίνει κανείς ή κάτι.
Ετυμολογία
< μτγν. παρέκκλι(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρέκκλιση», σ. 638. https://navalhistory.gr/lexiko/παρεκκλιση/