navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παραχωρώ

παραχωρώ

ρ. [μετβ.]

μεταβιβάζω, παραχωρώ κάποιο αντικείμενο ή δικαίωμα σε άλλο πρόσωπο.

Ετυμολογία

< αρχ. παραχωρῶ [= χορηγώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραχωρώ», σ. 638. https://navalhistory.gr/lexiko/παραχωρω/