παραπέτασμα
το, ουσ.

- κατασκευή που τοποθετείται σε πόρτες ή παράθυρα με σκοπό τον περιορισμό της ορατότητας ή της προστασίας από ήλιο, μύγες, αέρα κ.λπ. συνών. προκάλυμμα αλλά και κουρτίνα ή παραβάν, ριντό, μπερντές, (φρ.) «παραπέτασμα γέφυρας / καπνού / σκηνής / πλευρικό»
- (φρ.) «σιδηρούν παραπέτασμα», ονομασία που αποδόθηκε από τις Δυτικές χώρες για τη συνοριακή γραμμή στον ευρωπαϊκό χώρο που δήλωνε την ψυχροπολεμική ένταση και την απαγορευμένη δυνατότητα διάβασης προς τα σοσιαλιστικά κράτη μετά το 2ο Π.Π..
Ετυμολογία
< παρά + [αρχ.] πετάννυμι [= απλώνω]. [φωτό: «Σιδηρούν Παραπέτασμα», της Anne Applebaum, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2016].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραπέτασμα», σ. 633. https://navalhistory.gr/lexiko/παραπετασμα/