παραμόρφωση
η, ουσ.
η αλλαγή της μορφής ενός αντικειμένου ή η διαστρέβλωση ενός γεγονότος.
Ετυμολογία
< παραμορφώνω.
Παράγωγα
παραμορφισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραμόρφωση», σ. 633. https://navalhistory.gr/lexiko/παραμορφωση/