Πάραλος
Και: Παραλία
η, ουσ.
- (ιστορ.) μία από τις έξι ιερές τριήρεις των Αθηναίων επιφορτισμένη με ιερή ή επείγουσα δημόσια αποστολή
- [πληθ.] πάραλοι ή παραλίτες, το πλήρωμα και οι επιβάτες της Παράλου, πολίτες οπωσδήποτε της Αθήνας, και μάλιστα, κατά τον Θουκυδίδη, γνήσιων δημοκρατικών αισθημάτων
- (αρχ.) [πληθ.] Πάραλοι, γενικότερη ονομασία κατοίκων παραθαλάσσιων περιοχών.
Ετυμολογία
< παρά + [αρχ.] ἅλς, γεν. ἁλός, ἡ, [= θάλασσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Πάραλος ή Παραλία», σ. 632. https://navalhistory.gr/lexiko/παραλοσ-η-παραλια/