παραλληλόγραφος
ο, ουσ.
όργανο για τη χάραξη παράλληλων γραμμών.
Ετυμολογία
< παράλληλ(ος) + γράφ(ω) -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραλληλόγραφος», σ. 632. https://navalhistory.gr/lexiko/παραλληλογραφοσ/