παραλίμνιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που βρίσκεται ή συμβαίνει σε εδαφική περιοχή πλησίον λίμνης ή βάλτου.
Ετυμολογία
< παρα- + λίμν(η) -ιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραλίμνιος», σ. 631. https://navalhistory.gr/lexiko/παραλιμνιοσ/