παραλαβή
η, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραλαμβάνω, η αποδοχή κάποιου πράγματος
- ειδικό τμήμα, κυρίως, σε μεγάλα καταστήματα απ’ όπου ο αγοραστής παραλαμβάνει το αγαθό του.
Ετυμολογία
< μτγν. παραλαμβάνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραλαβή», σ. 631. https://navalhistory.gr/lexiko/παραλαβη/