παραίτηση
η, ουσ.
- (νομικ.) ηθελημένη αποχώρηση από την υπηρεσιακή θέση ή του αξιώματος που κατέχει κάποιος, εθελούσια έξοδος
- έγγραφο στο οποίο δηλώνεται η πρόθεση της αποχώρησης ή της άρνησης του δικαιώματος ή των προσπαθειών σε κοινή προσπάθεια.
Ετυμολογία
< αρχ. παραίτη(σις) [= θερμή προσευχή για απαλλαγή από κάτι κακό, ικεσία] -ση,
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραίτηση», σ. 630. https://navalhistory.gr/lexiko/παραιτηση/