παραβίαση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραβιάζω: α) η βίαιη είσοδος σε κάποιον χώρο, εισβολή, β) η αθέτηση συμφωνίας, γ) η μη τήρηση του νόμου.
Ετυμολογία
< παραβια- (< παραβιάζω) -σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραβίαση», σ. 628. https://navalhistory.gr/lexiko/παραβιαση/