παλμικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που σχετίζεται με τον παλμό
- αυτός που η κίνησή του μοιάζει με παλμό.
Ετυμολογία
< μτγν. παλμικός [= αντιληπτός από το σφυγμό] < παλμός.
Επιρρήματα
παλμικώς [επίρρ.]
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλμικός», σ. 625. https://navalhistory.gr/lexiko/παλμικοσ/