navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παλιρροιόμετρο

παλιρροιόμετρο

το, ουσ.

όργανο σταθερής βάσης που τοποθετείται στην ακτή, με σκοπό τη μέτρηση των μεταβολών της θαλάσσιας στάθμης που οφείλεται: α) στο φαινόμενο της παλίρροιας, ή β) στη διεύθυνση και ένταση του ανέμου, αλλά και γ) στη βαρομετρική πίεση.

Ετυμολογία

< παλίρροι(α) -ο- + μέτρο, γαλλ. maréomètre.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλιρροιόμετρο», σ. 625. https://navalhistory.gr/lexiko/παλιρροιομετρο/