πάγωμα
το, ουσ.
το αποτέλεσμα του παγώνω:
- μεταβολή υγρού σώματος σε στερεό, σε μορφή πάγου, εξαιτίας χαμηλής θερμοκρασίας
- το χαμήλωμα της θερμοκρασίας
- (μτφ.) το σταμάτημα κάποιων διαδικασιών.
Ετυμολογία
< παγώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάγωμα», σ. 622. https://navalhistory.gr/lexiko/παγωμα/