παγίδα
η, ουσ.
- κατασκευή που τοποθετείται, συνήθως, πάνω στο έδαφος, και χρησιμεύει για τη σύλληψη ζώου, συνών. δόκανο
- (μτφ.) οποιαδήποτε ενέργεια γίνεται με σκοπό τη σύλληψη, την παραπλάνηση, τον αποπροσανατολισμό ή την εκμετάλλευση, συνών. ενέδρα, καρτέρι, δόλος, απάτη, τέχνασμα
- κάθε φυσικό εμπόδιο που δημιουργεί κινδύνους για τους ανθρώπους
- (φρ.) «παγίδα ατμού / κύματος / πτυσσόμενη / ηλεκτρική / εντόμων / ποντικιών κ.ά.».
Ετυμολογία
< αρχ. παγίς, γεν. -ίδος, < πάγη [= δίχτυ κυνηγιού] < πήγνυμι [= 1. μπήγω ή στερεώνω, 2. πήζω, παγώνω].
Παράγωγα
παγιδεύω, παγιδευτής, παγίδευση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγίδα», σσ. 620-621. https://navalhistory.gr/lexiko/παγιδα/