navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παγίδα

παγίδα

η, ουσ.

  1. κατασκευή που τοποθετείται, συνήθως, πάνω στο έδαφος, και χρησιμεύει για τη σύλληψη ζώου, συνών. δόκανο
  2. (μτφ.) οποιαδήποτε ενέργεια γίνεται με σκοπό τη σύλληψη, την παραπλάνηση, τον αποπροσανατολισμό ή την εκμετάλλευση, συνών. ενέδρα, καρτέρι, δόλος, απάτη, τέχνασμα
  3. κάθε φυσικό εμπόδιο που δημιουργεί κινδύνους για τους ανθρώπους
  4. (φρ.) «παγίδα ατμού / κύματος / πτυσσόμενη / ηλεκτρική / εντόμων / ποντικιών κ.ά.».

Ετυμολογία

< αρχ. παγίς, γεν. -ίδος, < πάγη [= δίχτυ κυνηγιού] < πήγνυμι [= 1. μπήγω ή στερεώνω, 2. πήζω, παγώνω].

Παράγωγα

παγιδεύω, παγιδευτής, παγίδευση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγίδα», σσ. 620-621. https://navalhistory.gr/lexiko/παγιδα/