οφειλέτης
ο, οφειλέτρια, η, ουσ.
αυτός/ή που οφείλει κάτι, συνήθως κάποιο χρηματικό ποσό, συνών. χρεώστης, χρεοφειλέτης, αντών. πιστωτής, δανειστής.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀφειλέτης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οφειλέτης», σ. 618. https://navalhistory.gr/lexiko/οφειλετησ/