navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ουρίζω

ουρίζω

ρ.

  1. [μετβ.] καθοδηγώ κάποιον με επιτυχία
  2. [αμετβ.] φυσώ, πνέω ευνοϊκά, ταξιδεύω με ευνοϊκό άνεμο.

Ετυμολογία

< ούριος + - ίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρίζω», σ. 617. https://navalhistory.gr/lexiko/ουριζω/