ουρίζω
ρ.
- [μετβ.] καθοδηγώ κάποιον με επιτυχία
- [αμετβ.] φυσώ, πνέω ευνοϊκά, ταξιδεύω με ευνοϊκό άνεμο.
Ετυμολογία
< ούριος + - ίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρίζω», σ. 617. https://navalhistory.gr/lexiko/ουριζω/