οστρεοτροφία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- από το 1885
οστρεοκομία [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. ὄστρεον [= στρείδι] + -τροφία < -τρόφος < τρέφω, η λ. μαρτυρείται από το 1885.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οστρεοτροφία», σ. 615. https://navalhistory.gr/lexiko/οστρεοτροφια/