navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όστρακο

όστρακο

το, ουσ.

όστρακο, εικόνα από το έντυπο
όστρακο, εικόνα από το έντυπο
  1. α) το σκληρό οστεώδες κέλυφος διαφόρων ζώων, κυρίως όμως, των θαλάσσιων ασπόνδυλων οργανισμών, των μαλακίων που αποτελούν και μέρος του σώματός τους, β) το οστό της σουπιάς
  2. (αρχαιολ.) α) κομμάτι πήλινου αγγείου, β) [όστρακον] μικρή πήλινη πινακίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα εκείνου που οι αρχαίοι Αθηναίοι ήθελαν να εξοριστεί.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄστρακον.

Σύνθετα

οστρακολογία, οστρακόδερμα, οστρακοκαλλιέργεια.

Από τον Τύπο

«Το όστρακο πέρασε κυρίως σαν σύμβολο ομορφιάς στην αρχαία Ελλάδα, σαν υλικό επεξεργασίας στη ρωμαϊκή εποχή, σαν θρησκευτικό σύμβολο στη βυζαντινή αυτοκρατορία, σαν οικονομική μονάδα στην προ-κολομβιανή περίοδο στην Αμερική και την Αφρική, σαν αντικείμενο Τέχνης και Αρχιτεκτονικής στην Αναγέννηση, (συμπεριλαμβανομένων και των εποχών Baroque και Rococo) και τέλος σαν βασιλικό και αριστοκρατικό προνόμιο στη βικτωριανή εποχή».

Απόσπασμα από το ποίημα «Και με φως και με θάνατον», από την ποιητική συλλογή «Ο μικρός ναυτίλος», εκδ. Ίκαρος, 1985, του Οδυσσέα Ελύτη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όστρακο», σ. 614. https://navalhistory.gr/lexiko/οστρακο/