ορυχείο
το, ουσ.
μέρος στο οποίο πραγματοποιούνται εξορυκτικές εργασίες για την ανεύρεση χρήσιμων ορυκτών, μετάλλων και πετρωμάτων, (φρ.) «ορυχείο αλατιού / γύψου / χαλκού / χρυσού / διαμαντιών κ.ά. πολύτιμων ορυκτών».
Ετυμολογία
< μτγν. -ωρυχεῖον < αρχ. -ωρύχος < ὀρύσσω [= σκάβω μια τάφρο, δίοδο, διώρυγα].
Σύνθετα
αδαμαντωρυχείο, αλατωρυχείο, ανθρακωρυχείο, λιγνιτωρυχείο, μεταλλωρυχείο, χρυσωρυχείο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορυχείο», σ. 614. https://navalhistory.gr/lexiko/ορυχειο/