όρος
ο, ουσ.
- σύνορο, άκρο
- προϋπόθεση, κατάσταση
- διάταξη μιας συμφωνίας, κανόνας, (φρ.) «όρος αβαρίας / νομιμότητας / εκτελεστέος / αυτονόητος / ρητός / υποχρεωτικός / ασφάλισης φορτίου / ναυτικός / τεχνητός»,
- ονομασία πραγμάτων ή εννοιών στις διάφορες επιστήμες και τέχνες, (φρ.) «επιστημονικός / νομικός / ιατρικός / τεχνολογικός / γλωσσολογικός κ.λπ. όρος».
Ετυμολογία
< αρχ. ὅρος [= σύνορο γης, κανόνας].
Σύνθετα
οροθεσία, οροθετώ, οροθετικός, ορολογία, ορογραφία, ορόσημο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όρος», σ. 613. https://navalhistory.gr/lexiko/οροσ/