navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όρος

όρος

ο, ουσ.

  1. σύνορο, άκρο
  2. προϋπόθεση, κατάσταση
  3. διάταξη μιας συμφωνίας, κανόνας, (φρ.) «όρος αβαρίας / νομιμότητας / εκτελεστέος / αυτονόητος / ρητός / υποχρεωτικός / ασφάλισης φορτίου / ναυτικός / τεχνητός»,
  4. ονομασία πραγμάτων ή εννοιών στις διάφορες επιστήμες και τέχνες, (φρ.) «επιστημονικός / νομικός / ιατρικός / τεχνολογικός / γλωσσολογικός κ.λπ. όρος».

Ετυμολογία

< αρχ. ὅρος [= σύνορο γης, κανόνας].

Σύνθετα

οροθεσία, οροθετώ, οροθετικός, ορολογία, ορογραφία, ορόσημο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όρος», σ. 613. https://navalhistory.gr/lexiko/οροσ/