όριο
το, ουσ.
- η νοητή εκείνη γραμμή που συγκεκριμενοποιεί: α) τα σύνορα ενός κράτους, συνών. μεθόριος, ή β) που καθορίζει την εδαφική ιδιωτική έκταση
- (μτφ.) α) η διαχωριστική γραμμή μεταξύ δύο μεγεθών ή κάποιων καταστάσεων ή διαφόρων δραστηριοτήτων κ.λπ. β) το σημείο εκείνο από το οποίο δεν επιτρέπεται η υπέρβασή του, (φρ.) «όριο ασφαλείας / αντοχής / ελαστικότητας / ευστάθειας / θραύσεως / υποχώρησης / κάμψεως / μιλίων / σφάλματος / φόρτωσης / διελκύσεως / επιτρεπόμενο / συνάρτησης / ανάληψης / ταχύτητας κ.ά.».
Ετυμολογία
< αρχ. ὅριον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όριο», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/οριο/