navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ορατός

ορατός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που φαίνεται, που μπορεί κάποιος να τον αντιληφθεί με την αίσθηση της όρασης, συνών. θεατός, αντών. αόρατος, αθέατος
  2. (κατ’ επέκτ.) αυτός που μπορεί να γίνει αντιληπτός.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁρα- [< ὁράω, ὁρῶ = βλέπω] + -τός.

Παράγωγα

ορατότητα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορατός», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/ορατοσ/