ορατός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που φαίνεται, που μπορεί κάποιος να τον αντιληφθεί με την αίσθηση της όρασης, συνών. θεατός, αντών. αόρατος, αθέατος
- (κατ’ επέκτ.) αυτός που μπορεί να γίνει αντιληπτός.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁρα- [< ὁράω, ὁρῶ = βλέπω] + -τός.
Παράγωγα
ορατότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορατός», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/ορατοσ/