οπτικός
ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με την όραση, (φρ) [τεχνολ.] «οπτικά όργανα μέτρησης / πρότυπα συχνότητας / συστήματα ράστερ», «οπτικός δίσκος ή οπτική θηλή»,
- [το αρσ. ως ουσ.] επαγγελματίας τεχνικός που ασχολείται με την μέτρηση, την κατασκευή ή την προσαρμογή βοηθημάτων όρασης.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀπτικός < ὄψις < ὤψ [= μάτι, πρόσωπο, όψη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπτικός», σ. 609. https://navalhistory.gr/lexiko/οπτικοσ/