οπλισμός
ο, ουσ.
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του οπλίζω [δες λ.]
- το σύνολο των όπλων που διαθέτει κάποιος, συνήθως ο στρατιώτης, ή η χώρα
- εφοδιασμός με όπλα
- (μτφ.) α) υλικό που ενισχύει την κατασκευή, β) το σύνολο των εξαρτημάτων ενός μηχανήματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁπλισμός.
Σύνθετα
εξοπλισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλισμός», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλισμοσ/