navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οπλισμός

οπλισμός

ο, ουσ.

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του οπλίζω [δες λ.]
  2. το σύνολο των όπλων που διαθέτει κάποιος, συνήθως ο στρατιώτης, ή η χώρα
  3. εφοδιασμός με όπλα
  4. (μτφ.) α) υλικό που ενισχύει την κατασκευή, β) το σύνολο των εξαρτημάτων ενός μηχανήματος.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁπλισμός.

Σύνθετα

εξοπλισμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλισμός», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλισμοσ/