navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οπισθοδρομώ

οπισθοδρομώ

ρ. [αμετβ.]

  1. κινούμαι προς τα πίσω, συνών. οπισθοχωρώ, πάω πίσω πίσω, υποχωρώ
  2. (μτφ.) παρακμάζω, αντών. προοδεύω.

Ετυμολογία

< μτγν. ὀπισθοδρομέω / -ῶ < ὀπισθοδρόμος < αρχ. ὄπισθεν + δρόμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπισθοδρομώ», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οπισθοδρομω/