οξύς
εία, -ύ, επίθ.
- αυτός που καταλήγει σε μυτερή άκρη, μυτερός, σουβλερός
- (μτφ.) α) [συνήθως για παραγόμενο ήχο] διαπεραστικός, β) [συνήθως για μαχαίρι] κοφτερός, γ) [για αισθήσεις] αποτελεσματικός, δ) [για αρρώστια] αυτός που εξελίσσεται και επιδεινώνεται γρήγορα, αντών. χρόνιος, ε) [για κλίση δρόμου] απότομος, απόκρημνος, στ) [για άνθρωπο] ο ευφυής, ο έξυπνος, ζ) [για άνεμο] ισχυρός, σφοδρός, δυνατός.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀξύς [= 1. μυτερός, κοφτερός, αιχμηρός, 2. με έντονη γεύση, ξινός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξύς», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυσ/