navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ολοπελάγιος

ολοπελάγιος

-α, -ο, επίθ.

(για θαλάσσιους οργανισμούς) αυτός που κολυμπά σε όλη του τη ζωή ελεύθερα μέσα στο πέλαγος.

Ετυμολογία

< όλ(ος) -ο- + πέλαγ(ος) -ιος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολοπελάγιος», σ. 602. https://navalhistory.gr/lexiko/ολοπελαγιοσ/