navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ολονύχτιος

ολονύχτιος

-α, -ο, επίθ.

αυτός που έχει χρονική διάρκεια μίας ολόκληρης νύχτας, συνών. παννύχιος.

Ετυμολογία

< αρχ. ὅλος + νύχτα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολονύχτιος», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολονυχτιοσ/