ολοκαίνουργιος
Και: ολοκαίνουριος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που είναι καινούργιος, που είναι αχρησιμοποίητος ή αμεταχείριστος, του κουτιού, κατακαίνουργος, αντών. παλιός, πολυμεταχειρισμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. ὅλος + καινούργιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολοκαίνουργιος και ολοκαίνουριος», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολοκαινουργιοσ-και-ολοκαινουριοσ/