όζον
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.-μετεωρ.) στοιχείο της γήινης ατμόσφαιρας, που στο μόριό του διαθέτει τρία άτομα οξυγόνου, δηλ. Ο3, χαρακτηρίζεται από μεγάλη οξειδωτική δράση, θεωρείται σημαντικό στοιχείο για τη σύνθεση διαφόρων οργανικών ενώσεων και για την απορροφητική ικανότητά του στις υπεριώδεις ακτινοβολίες του ήλιου, (φρ.) «τρύπα του όζοντος», το κενό που δημιουργείται λόγω έλλειψης ή μείωσης του όζοντος στην ατμοσφαιρική περιοχή της στρατόσφαιρας.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. ozone ή γερμ. Ozon < αρχ. ὄζω [= βγάζω μυρουδιά, βρωμώ).
Παράγωγα
οζοντίζω, οζοντικός,
Σύνθετα
οζοντογόνος, οζοντόσφαιρα, οζοντομετρία, οζοντόμετρο και οζονόμετρο, οζοντιστήρας, οζοντοσκόπιο, οζοντοσκοπικός, οζοντομετρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όζον», σ. 597. https://navalhistory.gr/lexiko/οζον/