οδόντωση
η, ουσ.
- η εμφάνιση των πρώτων δοντιών των νηπίων, οδοντοφυΐα
- (μηχανολ.) το σύνολο των διαδοχικών εσοχών και προεξοχών ενός αντικειμένου, γρανάζια
- μεγάλες και διαδοχικές προεξοχές σε θαλάσσια ακτή.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀδούς, γεν. τοῦ ὀδόντ(ος) + -ώση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδόντωση», σ. 597. https://navalhistory.gr/lexiko/οδοντωση/