navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οδόντωση

οδόντωση

η, ουσ.

  1. η εμφάνιση των πρώτων δοντιών των νηπίων, οδοντοφυΐα
  2. (μηχανολ.) το σύνολο των διαδοχικών εσοχών και προεξοχών ενός αντικειμένου, γρανάζια
  3. μεγάλες και διαδοχικές προεξοχές σε θαλάσσια ακτή.

Ετυμολογία

< αρχ. ὀδούς, γεν. τοῦ ὀδόντ(ος) + -ώση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδόντωση», σ. 597. https://navalhistory.gr/lexiko/οδοντωση/