ογρός
-ή, -ό, επίθ.
υγρός, βρεγμένος.
Ετυμολογία
< ογρός < αρχ. ὑγρός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ογρός», σ. 596. https://navalhistory.gr/lexiko/ογροσ/
Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ογρός
-ή, -ό, επίθ.
υγρός, βρεγμένος.
< ογρός < αρχ. ὑγρός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ογρός», σ. 596. https://navalhistory.gr/lexiko/ογροσ/