ξεφουσκώνω
ρ.
- [μετβ.] αφαιρώ τον αέρα από φουσκωμένο αντικείμενο ή περιορίζω τον όγκο ενός αντικειμένου αφαιρώντας τον αέρα που περιέχεται σε αυτό
- [αμετβ.] α) βγάζω τον αέρα από το σώμα μου, ξαλαφρώνω, ανακουφίζομαι, β) (μτφ.) εκτονώνομαι από την οργή ή από τον θυμό που με διακατέχει, ξεθυμαίνω.
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + φουσκώνω.
Παράγωγα
ξεφούσκωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεφουσκώνω», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεφουσκωνω/