navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξεκοτσάρω

ξεκοτσάρω

ρ. [μετβ.]

ελευθερώνω κάτι από γάντζο, συνών. ξεγαντζώνω.

Ετυμολογία

< ξε- [πρόθημα] + κοτσάρω.

Παράγωγα

ξεκοτσάρισμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεκοτσάρω», σ. 589. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεκοτσαρω/