Ν, ν, νι
το, άκλ. ουσ.
α) το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, σύμφωνο, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Ν ή ν [= δέκατος τρίτος, -η, - ο,].
Ετυμολογία
< αρχ. νῦ < σημιτικής προέλευσης πβ. εβρ. nūn [= ψάρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Ν, ν, νι», σ. 557. https://navalhistory.gr/lexiko/ν-ν-νι/