νυκτερινός
-ή, -ό, και νυχτερινός, -ή, -ό, επίθ.
αυτός που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας ή που ταιριάζει στη νύχτα, συνών. νυχτιάτικος, νυκτικός, νύκτιος, αντών. ημερινός, ημερήσιος, (φρ.) «νυκτερινή επίθεση / βολή / εργασία», «νυκτερινό σήμα / ρεύμα / τιμολόγιο».
Ετυμολογία
< αρχ. νυκτερινός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νυκτερινός», σ. 587. https://navalhistory.gr/lexiko/νυκτερινοσ/