navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντουμανιάζω

ντουμανιάζω

ρ.

(αμετβ. και μετβ.) γεμίζω με καπνό κλειστό χώρο, συνών. φλομώνω.

Ετυμολογία

< ντουμάνι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντουμανιάζω», σ. 586. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουμανιαζω/