νόμος
ο, ουσ.
- γραπτός κανόνας δικαίου μιας πολιτείας που ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις κάθε πολίτη με την πολιτεία αλλά και με τους άλλους πολίτες
- το σύνολο των νόμων μιας χώρας
- (φρ.) «άγραφος / ηθικός / θείος / στρατιωτικός / εμπορικός / ποινικός / αντι-συνταγματικός / αυστηρός / σκληρός / ελαστικός νόμος», (εκφρ.) «ο νόμος της σιωπής / ζούγκλας», «νόμος πλαίσιο», «Νόμος του Γκάους / του Μπερνούλι / του Ωμ / του Αμπέρ / του Κουλόμπ».
Ετυμολογία
< αρχ. νόμος.
Παράγωγα
νομικός, νόμιμος, νομίζω.
Σύνθετα
νομοτέλεια, νομοφύλακας, νομοκανόνας, νομοδιδάσκαλος, νομοθεσία, νομοσχέδιο, νομοθέτης, νομοτελεστικός, νομολογία, νομοδοσία, νομογένεση, νομόγραμμα ή νομογράφημα, νομογραφία, παράνομος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμος», σ. 580. https://navalhistory.gr/lexiko/νομοσ/