navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νόμος

νόμος

ο, ουσ.

  1. γραπτός κανόνας δικαίου μιας πολιτείας που ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις κάθε πολίτη με την πολιτεία αλλά και με τους άλλους πολίτες
  2. το σύνολο των νόμων μιας χώρας
  3. (φρ.) «άγραφος / ηθικός / θείος / στρατιωτικός / εμπορικός / ποινικός / αντι-συνταγματικός / αυστηρός / σκληρός / ελαστικός νόμος», (εκφρ.) «ο νόμος της σιωπής / ζούγκλας», «νόμος πλαίσιο», «Νόμος του Γκάους / του Μπερνούλι / του Ωμ / του Αμπέρ / του Κουλόμπ».

Ετυμολογία

< αρχ. νόμος.

Παράγωγα

νομικός, νόμιμος, νομίζω.

Σύνθετα

νομοτέλεια, νομοφύλακας, νομοκανόνας, νομοδιδάσκαλος, νομοθεσία, νομοσχέδιο, νομοθέτης, νομοτελεστικός, νομολογία, νομοδοσία, νομογένεση, νομόγραμμα ή νομογράφημα, νομογραφία, παράνομος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμος», σ. 580. https://navalhistory.gr/lexiko/νομοσ/