navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νικελώνω

νικελώνω

ρ. [μετβ.]

καλύπτω κάποια μεταλλική επιφάνεια με νικέλιο, επινικελώνω.

Ετυμολογία

< νίκελ + [κατάλ.] -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νικελώνω», σ. 577. https://navalhistory.gr/lexiko/νικελωνω/