νησίδιο
το, ουσ.
- μικρό νησί
- μεγάλος βράχος που προεξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ετυμολογία
< αρχ. νησίδιον, τό, υποκορ. του νῆσος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νησίδιο», σ. 576. https://navalhistory.gr/lexiko/νησιδιο/