νηριτικός
-ή, -ό, επίθ.
(γεωγρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη «νηριτική και νεριτική ζώνη», θαλάσσια περιοχή που μεσολαβεί από το μέσο ύψος στάθμης της παλίρροιας έως το βάθος των 200 μ. και αντιστοιχεί, γενικά, στην ηπειρωτική κρηπίδα ή υφαλοκρηπίδα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < αγγλ. neritic < nerita < νερ(ε)ίτης [= ονομασία θαλάσσιων κοχυλιών] < ίσως, από τα μυθ. κυρ. όν. α) *Νηρεύς, ή β) *Νηρίτης.
Μυθολογια
α) Νηρέας, θαλασσινή θεότητα προϋπάρχουσα του Ποσειδώνα. Γιος του Πόντου και της Γαίας, σύζυγος της Δωρίδας, της κόρης του Ωκεανού, από την οποία απέκτησε τις Νηρηίδες. Προικισμένος με το χάρισμα της καλοσύνης, της δικαιοσύνης, της σύνεσης, της σοφίας και της μαντικής συμβούλευε πολλούς ήρωες για την πορεία της ζωής τους, β) Νηρίτης, γιος του Νηρέα και της Δωρίδας, φημισμένος για την ομορφιά του. Σαν εραστής της Αφροδίτης αρνήθηκε να την ακολουθήσει στον Όλυμπο, γι’ αυτό η θεά τον μεταμόρφωσε σε κοχύλι ανίκανο να κινηθεί, κολλημένο στους βράχους σ’ όλη του τη ζωή, ενώ παραχώρησε τη θέση του στον Έρωτα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νηριτικός», σ. 576. https://navalhistory.gr/lexiko/νηριτικοσ/