navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νηνεμώ

νηνεμώ

ρ. [μετβ.]

  1. δεν πλήττομαι από άνεμο, είμαι νήνεμος [δες λ.]
  2. (μτφ.) [για πρόσ.] ηρεμώ, γαληνεύω.

Ετυμολογία

< αρχ. νηνεμέω / -ῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νηνεμώ», σ. 575. https://navalhistory.gr/lexiko/νηνεμω/