νηνεμώ
ρ. [μετβ.]
- δεν πλήττομαι από άνεμο, είμαι νήνεμος [δες λ.]
- (μτφ.) [για πρόσ.] ηρεμώ, γαληνεύω.
Ετυμολογία
< αρχ. νηνεμέω / -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νηνεμώ», σ. 575. https://navalhistory.gr/lexiko/νηνεμω/