ναυλωτικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει σχέση με τη ναύλωση πλοίου ή αυτός που προορίζεται για ναύλωση, συνών. μισθωτικός.
Ετυμολογία
< ναυλωτής + -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυλωτικός», σ. 563. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυλωτικοσ/