ναυάγισμα
το, ουσ.
το ναυάγιο [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυάγισμα», σ. 560. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυαγισμα/
Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυάγισμα
το, ουσ.
το ναυάγιο [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυάγισμα», σ. 560. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυαγισμα/