ναρκοθετώ
ρ. [μετβ.]
- τοποθετώ νάρκες σε περιοχή
- (μτφ.) υπονομεύω με τις ενέργειές μου κάποιες δημιουργικές προσπάθειες, συνών. τορπιλίζω.
Ετυμολογία
< νάρκ(η) -ο- + -θετώ < αρχ. τίθημι [= θέτω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναρκοθετώ», σ. 559. https://navalhistory.gr/lexiko/ναρκοθετω/