navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναρκοθετώ

ναρκοθετώ

ρ. [μετβ.]

  1. τοποθετώ νάρκες σε περιοχή
  2. (μτφ.) υπονομεύω με τις ενέργειές μου κάποιες δημιουργικές προσπάθειες, συνών. τορπιλίζω.

Ετυμολογία

< νάρκ(η) -ο- + -θετώ < αρχ. τίθημι [= θέτω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναρκοθετώ», σ. 559. https://navalhistory.gr/lexiko/ναρκοθετω/