(μ)πουντέλι
το, ουσ.
δες πουντέλι, συνών. σανταρόλι.
Παράγωγα
μπουντελώνω, μπουντελιάρω, μπουντέλιασμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)πουντέλι», σ. 552. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουντελι/