navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπογιατζής

μπογιατζής

ο, ουσ. [πληθ. μπογιατζήδες]

  1. (επάγγ.) α) ελαιοχρωματιστής, βαφέας, β) λούστρος
  2. (μειωτ.) ο αδέξιος ζωγράφος.

Ετυμολογία

< μπογιά + -τζής < τουρκ. boyacı.

Παράγωγα

μπογιατζήδικο και μπογιατζίδικο [= χρωματοπωλείο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπογιατζής», σ. 548. https://navalhistory.gr/lexiko/μπογιατζησ/