navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπλόκι

μπλόκι

το, ουσ. [χωρίς γεν.]

  1. α) ο πολύ μεγάλος βράχος, β) συμπαγές κομμάτι από στιβαρό υλικό
  2. τσιμεντένιος κύβος που χρησιμοποιείται στην κατασκευή, συνήθως, λιμενοβραχίονα προκυμαίας.

Ετυμολογία

< αγγλ. block < blok < γαλλ. bloc [= μεγάλος και βαρύς όγκος] < ολλ. blok.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπλόκι», σ. 548. https://navalhistory.gr/lexiko/μπλοκι/