μπαλώνω
ρ. [μετβ.]
- επιδιορθώνω φθαρμένο ρούχο ράβοντας επάνω του ένα ή περισσότερα μικρά κομμάτια υφάσματος
- επισκευάζω
- ενισχύω κάποιον οικονομικά
- (μτφ.) διορθώνω κάποιο λάθος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμβάλλ(ω) [= ρίχνω μέσα, βάζω στη θέση του].
Παράγωγα
μπάλωμα > μπαλωματής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλώνω», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλωνω/