navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπαλώνω

μπαλώνω

ρ. [μετβ.]

  1. επιδιορθώνω φθαρμένο ρούχο ράβοντας επάνω του ένα ή περισσότερα μικρά κομμάτια υφάσματος
  2. επισκευάζω
  3. ενισχύω κάποιον οικονομικά
  4. (μτφ.) διορθώνω κάποιο λάθος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐμβάλλ(ω) [= ρίχνω μέσα, βάζω στη θέση του].

Παράγωγα

μπάλωμα > μπαλωματής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλώνω», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλωνω/